ἀνασπαράσσω

ἀνασπαράσσω
ἀνασπᾰράσσω,
A tear up,

ῥίζας E.Ba.1104

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • ανασπαράσσω — ἀνασπαράσσω κ. ττω (Α) 1. κομματιάζω, ξεσχίζω 2. τραβώ προς τα πάνω, ξεριζώνω …   Dictionary of Greek

  • ἀνεσπάρασσον — ἀνασπαράσσω tear up imperf ind act 3rd pl ἀνασπαράσσω tear up imperf ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”